Ανήκει στη νέα γενιά κινηματογραφιστών το ρουμανικού κινηματογράφου που εμφανίστηκε
στις αρχές του 2000. Παρατηρεί με οξυδέρκεια τα θέματά του, με τον επαγγελματισμό του
εντομολόγου, και τα καταγράφει, επιδιώκοντας να κρατά ουδετερότητα. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός, θριαμβευτής των Καννών το 2007 με τους 4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες –και φετινός νικητής του βραβείου σεναρίου για το Πίσω
από τους λόφους (που απέσπασε και το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου) στο ίδιο φεστιβάλ–, ο Μουντζίου όχι μόνο έχει συνεισφέρει αποφασιστικά στη διεθνή εικόνα του κινηματογράφου της χώρας του, αλλά έχει επίσης καταξιωθεί διεθνώς ως ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς της εποχής μας. Στο πλαίσιο του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια, θα
παρουσιαστεί το σύνολο του έργου του. M’ αυτή την ευκαιρία, παραχώρησε τη συνέντευξη που ακολουθεί.
Του Δημήτρη Κερκινού
Όποιος παρακολουθεί τη δουλειά σας μπορεί να αντιληφθεί ότι, από την πρώτη έως την τελευταία σας ταινία, με κάποιον τρόπο πάντα καθρεφτίζεται η ρουμανική κοινωνία. Ποια είναι τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που σας ενδιαφέρουν περισσότερο;
πρώτα απ’ όλα έχω ανάγκη να αισθανθώ κάτι για το στόρι της ταινίας – ενός είδους έλξη. Χρειάζεται επίσης ν’ αντιληφθώ εάν το στόρι είναι κατάλληλο κινηματογραφικά – εάν τοπλήθος των γεγονότων, η διαδοχή του χρόνου, ο ρυθμός, οι χαρακτήρες, εάν όλα αυτά είναι κατάλληλα για μια ιστορία 100 λεπτών. Επιπλέον, με ενδιαφέρουν οι σύνθετες, πολυεπίπεδες ιστορίες. Σε ορισμένες, υπάρχει
ένα υπόβαθρο που μιλά για τη σχέση της κοινωνίας, σε μια δεδομένη της στιγμή, με τη μοίρα του ατόμου. γενικότερα, ενδιαφέρομαι για καταστάσεις που αποκαλύπτουν το πόσο σχετικές είναι οι ατομικές επιλογές μας κάτω από ορισμένες συνθήκες. οι 4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες είναι μια ταινία με θέμα της την έκτρωση, χωρίς να παίρνει θέση, υπέρ ή κατά. Το Πίσω από τους λόφους δεν είναι ούτε υπέρ ούτε κατά της θρησκείας. Η Δύση δεν επιχειρηματολογεί υπέρ της μετανάστευσης
ούτε και υπέρ τού να παραμένει κανείς στη χώρα του. οι ταινίες μου ενθαρρύνουν το κοινό να σχηματίσει τις προσωπικές του απόψεις και προσπαθούν ταυτόχρονα να δείξουν ότι τα πράγματα είναι πολύπλοκα και δεν εμπίπτουν σε κατηγοριοποιήσεις τύπου καλό και κακό, μαύρο και άσπρο.Ωθούν επίσης τους θεατές να κατανοήσουν ευρύτερα την κινηματογραφική γλώσσα.
Σε ορισμένες ταινίες σας, σε αντίθεση με άλλες, το κωμικό στοιχείο είναι πιο έντονο.
Θα θέλατε να μας εξηγήσετε τον τρόπο με τον οποίο τοποθετείτε χιούμορ στη δουλειά σας;
Το χιούμορ αποτελεί τρόπο να βλέπει κανείς τη ζωή· μερικές φορές νιώθω ότι μπορώ και
τη βλέπω έτσι. διασκεδάζω με τη φύση των πραγμάτων, προσέχω λεπτομέρειες και χαίρομαι να τις μοιράζομαι με τους θεατές. Η Δύση και οι Ιστορίες από τη Χρυσή Εποχή, είναι αυθεντικές κωμωδίες. εν μέρει, ο στόχος ήταν να δείξουμε στο κοινό ότι συγκεκριμένα ζητήματα μπορούν να ειδωθούν με χιουμοριστιθκή οπτική. Τελευταία, πάντως, το χιούμορ «μπαίνει» στις ταινίες μου όλο και λιγότερο. Οι πλάκες δεν μεταφράζονται πάντα με επιτυχία.Και εφόσον το κοινό είναι πολύ μικρό στη ρουμανία, προτιμώ, ανάμεσα σε όλα τα θέματα που με ενδιαφέρουν, να δουλεύω με εκείνες τις ιστορίες που μπορούν να γίνουν κατανοητές εξίσου και σε άλλες χώρες.Μερικές φορές βέβαια υπάρχουν και εκπλήξεις: οι αντιδράσεις του κοινού της θεσσαλονίκης για τη Δύση ήταν παρόμοιες με αυτές στη ρουμανία – γι’αυτό το λόγο πιστεύω η ταινία πήρε και το βραβείο κοινού εκείνη τη χρονιά.
Ποια στοιχεία πρέπει να έχει μια ιδέα για να σας οδηγήσει στην κατασκευή μιας επόμενης ταινίας;
Χρειάζεται να διαθέτει μια κάποια δύναμη, τη δύναμη να χτυπάει τους ανθρώπους κατακέφαλα – ας το πούμε έτσι. Η ιστορία πρέπει να είναι ρεαλιστική, πιστευτή, προσωπική, με συναίσθημα, να έχει κάτι διαφορετικό απ’ό,τι βλέπουμε συνήθως, και εάν είναι δυνατόν να εντυπώνεται στο μυαλό. Ακόμη, πρέπει να βασίζεται σε περιορισμένο αριθμό γεγονότων, να έχει έναν σχετικό δυναμισμό, να υπάρχει το στοιχείο του απρόβλεπτου, και πολλά άλλα ακόμα. Την ίδια στιγμή, το ότι γνωρίζω πως
χρειάζομαι όλα αυτά τα συστατικά δεν με βοηθάει στ’αλήθεια για να βρω την επόμενη ιστορία μου. πρόκειται για μια πολύ πιο μυστηριώδη διαδικασία.
Η τελευταία σας ταινία στηρίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός. Θέλετε να μας πείτε λίγα περισσότερα πράγματα γι’ αυτό;
Στην πραγματικότητα μεσολαβεί ένα ακόμη επίπεδο ανάμεσα στο πραγματικό γεγονός και την ταινία: τα ρεαλιστικά πεζογραφήματα της τατιάνα Νικουλέσκου μπραν. Διαβάζοντάς τα –και αφού είχα επίσης διαβάσει πολλά από τα άρθρα στον τύπο σχετικά με το θέμα του έργου μου– αντιλήφθηκα ότι όσο περισσότερο προσπαθεί κανείς να ανακαλύψει τα πραγματικά περιστατικά, τόσο βλέπει ότι κάτι
τέτοιο είναι αδύνατο. ακόμη δυσκολότερο είναι να καταλάβει κανείς το γιατί συνέβη ό,τι συνέβη. Πιστεύω ότι όλοι μας είμαστε πολύ κακοί αναλυτές των ίδιων μας των πράξεων· δεν ξέρουμε γιατί κάνουμε ορισμένα πράγματα, οπότε πώς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι κατανοούμε με σιγουριά το πώς και το γιατί οι άνθρωποι έδρασαν και αντέδρασαν στην πραγματικότητα, και μάλιστα μέσα σε
μια τόσο σύνθετη κατάσταση; δεν πιστεύω ότι μπορούμε να είμαστε σίγουροι. οπότε, αποφάσισα έντιμα να αποδεχθώ ότι η ταινία μου αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ότι αυτά που βλέπουμε αποτελούν μια ερμηνεία για το τι συνέβη, και όχι την αναπαράσταση του τι αληθινά συνέβη. Παρ’ όλα αυτά, διατήρησα τα βασικά γεγονότα όπως συνέβησαν στην πραγματικότητα: ένα κορίτσι έρχεται για επίσκεψη στη φίλη της από τα χρόνια που ζούσαν στο ορφανοτροφείο. Η φίλη της ζει σε μοναστήρι και έχει γίνει μοναχή. Μερικές ημέρες μετά, το κορίτσι πεθαίνει δεμένο πάνω σε μια ξύλινη σανίδα, όπου την είχαν ακινητοποιήσει για να την κάνουν να ακούσει τις προσευχές που της διάβαζαν ο καλόγερος και οι μοναχές, ώστε να ξεφύγει απ’την επιρροή του σατανά...
Πόσο δύσκολο ήταν να απεικονίσετε δύο κόσμους σε παράλληλες τροχιές: τον κόσμο της θρησκείας και την κοσμική, καθημερινή πραγματικότητα;
Για όσο διάστημα δουλεύω, γράφω και σκηνοθετώ, το μόνο που με ενδιαφέρει είναι η πειστικότητα της κάθε σκηνής. Αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσε να είχε εκτυλιχθεί το συμβλαν που σας προανέφερα στην πραγματικότητα – δεν κάνω εννοιολογικές προσθήκες στην σκηνή, δεν εκβιάζω κάποιο νόημα. Το μόνο που κάνω είναι να προσπαθώ να αναδημιουργήσω μαζί με τους ηθοποιούς μια καθημερινή στιγμή, μια καθημερινή συζήτηση και, εφόσον καταφέρω να το πετύχω
αυτό, τότε και ολόκληρη η ταινία σαν σύνολο θα έχει αποκτήσει σημασία – οι καταστάσεις
θ’αρχίσουν από μόνες τους να έχουν νόημα ωρίς να χρειάζεται να τους δώσουμε κάποιο
εμείς. Περίπου το ίδιο που συμβαίνει και στη ζωή, όπου τα πράγματα απλώς συμβαίνουν – και μόνο έπειτα τους δίνουμε εμείς το νόημά τους.
(Πηγή 53rd TIFF πρώτο πλάνο #267 [2012])
στις αρχές του 2000. Παρατηρεί με οξυδέρκεια τα θέματά του, με τον επαγγελματισμό του
εντομολόγου, και τα καταγράφει, επιδιώκοντας να κρατά ουδετερότητα. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός, θριαμβευτής των Καννών το 2007 με τους 4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες –και φετινός νικητής του βραβείου σεναρίου για το Πίσω
από τους λόφους (που απέσπασε και το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου) στο ίδιο φεστιβάλ–, ο Μουντζίου όχι μόνο έχει συνεισφέρει αποφασιστικά στη διεθνή εικόνα του κινηματογράφου της χώρας του, αλλά έχει επίσης καταξιωθεί διεθνώς ως ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς της εποχής μας. Στο πλαίσιο του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια, θα
παρουσιαστεί το σύνολο του έργου του. M’ αυτή την ευκαιρία, παραχώρησε τη συνέντευξη που ακολουθεί.
Του Δημήτρη Κερκινού
Όποιος παρακολουθεί τη δουλειά σας μπορεί να αντιληφθεί ότι, από την πρώτη έως την τελευταία σας ταινία, με κάποιον τρόπο πάντα καθρεφτίζεται η ρουμανική κοινωνία. Ποια είναι τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που σας ενδιαφέρουν περισσότερο;
πρώτα απ’ όλα έχω ανάγκη να αισθανθώ κάτι για το στόρι της ταινίας – ενός είδους έλξη. Χρειάζεται επίσης ν’ αντιληφθώ εάν το στόρι είναι κατάλληλο κινηματογραφικά – εάν τοπλήθος των γεγονότων, η διαδοχή του χρόνου, ο ρυθμός, οι χαρακτήρες, εάν όλα αυτά είναι κατάλληλα για μια ιστορία 100 λεπτών. Επιπλέον, με ενδιαφέρουν οι σύνθετες, πολυεπίπεδες ιστορίες. Σε ορισμένες, υπάρχει
ένα υπόβαθρο που μιλά για τη σχέση της κοινωνίας, σε μια δεδομένη της στιγμή, με τη μοίρα του ατόμου. γενικότερα, ενδιαφέρομαι για καταστάσεις που αποκαλύπτουν το πόσο σχετικές είναι οι ατομικές επιλογές μας κάτω από ορισμένες συνθήκες. οι 4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες είναι μια ταινία με θέμα της την έκτρωση, χωρίς να παίρνει θέση, υπέρ ή κατά. Το Πίσω από τους λόφους δεν είναι ούτε υπέρ ούτε κατά της θρησκείας. Η Δύση δεν επιχειρηματολογεί υπέρ της μετανάστευσης
ούτε και υπέρ τού να παραμένει κανείς στη χώρα του. οι ταινίες μου ενθαρρύνουν το κοινό να σχηματίσει τις προσωπικές του απόψεις και προσπαθούν ταυτόχρονα να δείξουν ότι τα πράγματα είναι πολύπλοκα και δεν εμπίπτουν σε κατηγοριοποιήσεις τύπου καλό και κακό, μαύρο και άσπρο.Ωθούν επίσης τους θεατές να κατανοήσουν ευρύτερα την κινηματογραφική γλώσσα.
Σε ορισμένες ταινίες σας, σε αντίθεση με άλλες, το κωμικό στοιχείο είναι πιο έντονο.
Θα θέλατε να μας εξηγήσετε τον τρόπο με τον οποίο τοποθετείτε χιούμορ στη δουλειά σας;
Το χιούμορ αποτελεί τρόπο να βλέπει κανείς τη ζωή· μερικές φορές νιώθω ότι μπορώ και
τη βλέπω έτσι. διασκεδάζω με τη φύση των πραγμάτων, προσέχω λεπτομέρειες και χαίρομαι να τις μοιράζομαι με τους θεατές. Η Δύση και οι Ιστορίες από τη Χρυσή Εποχή, είναι αυθεντικές κωμωδίες. εν μέρει, ο στόχος ήταν να δείξουμε στο κοινό ότι συγκεκριμένα ζητήματα μπορούν να ειδωθούν με χιουμοριστιθκή οπτική. Τελευταία, πάντως, το χιούμορ «μπαίνει» στις ταινίες μου όλο και λιγότερο. Οι πλάκες δεν μεταφράζονται πάντα με επιτυχία.Και εφόσον το κοινό είναι πολύ μικρό στη ρουμανία, προτιμώ, ανάμεσα σε όλα τα θέματα που με ενδιαφέρουν, να δουλεύω με εκείνες τις ιστορίες που μπορούν να γίνουν κατανοητές εξίσου και σε άλλες χώρες.Μερικές φορές βέβαια υπάρχουν και εκπλήξεις: οι αντιδράσεις του κοινού της θεσσαλονίκης για τη Δύση ήταν παρόμοιες με αυτές στη ρουμανία – γι’αυτό το λόγο πιστεύω η ταινία πήρε και το βραβείο κοινού εκείνη τη χρονιά.
Ποια στοιχεία πρέπει να έχει μια ιδέα για να σας οδηγήσει στην κατασκευή μιας επόμενης ταινίας;
Χρειάζεται να διαθέτει μια κάποια δύναμη, τη δύναμη να χτυπάει τους ανθρώπους κατακέφαλα – ας το πούμε έτσι. Η ιστορία πρέπει να είναι ρεαλιστική, πιστευτή, προσωπική, με συναίσθημα, να έχει κάτι διαφορετικό απ’ό,τι βλέπουμε συνήθως, και εάν είναι δυνατόν να εντυπώνεται στο μυαλό. Ακόμη, πρέπει να βασίζεται σε περιορισμένο αριθμό γεγονότων, να έχει έναν σχετικό δυναμισμό, να υπάρχει το στοιχείο του απρόβλεπτου, και πολλά άλλα ακόμα. Την ίδια στιγμή, το ότι γνωρίζω πως
χρειάζομαι όλα αυτά τα συστατικά δεν με βοηθάει στ’αλήθεια για να βρω την επόμενη ιστορία μου. πρόκειται για μια πολύ πιο μυστηριώδη διαδικασία.
Η τελευταία σας ταινία στηρίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός. Θέλετε να μας πείτε λίγα περισσότερα πράγματα γι’ αυτό;
Στην πραγματικότητα μεσολαβεί ένα ακόμη επίπεδο ανάμεσα στο πραγματικό γεγονός και την ταινία: τα ρεαλιστικά πεζογραφήματα της τατιάνα Νικουλέσκου μπραν. Διαβάζοντάς τα –και αφού είχα επίσης διαβάσει πολλά από τα άρθρα στον τύπο σχετικά με το θέμα του έργου μου– αντιλήφθηκα ότι όσο περισσότερο προσπαθεί κανείς να ανακαλύψει τα πραγματικά περιστατικά, τόσο βλέπει ότι κάτι
τέτοιο είναι αδύνατο. ακόμη δυσκολότερο είναι να καταλάβει κανείς το γιατί συνέβη ό,τι συνέβη. Πιστεύω ότι όλοι μας είμαστε πολύ κακοί αναλυτές των ίδιων μας των πράξεων· δεν ξέρουμε γιατί κάνουμε ορισμένα πράγματα, οπότε πώς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι κατανοούμε με σιγουριά το πώς και το γιατί οι άνθρωποι έδρασαν και αντέδρασαν στην πραγματικότητα, και μάλιστα μέσα σε
μια τόσο σύνθετη κατάσταση; δεν πιστεύω ότι μπορούμε να είμαστε σίγουροι. οπότε, αποφάσισα έντιμα να αποδεχθώ ότι η ταινία μου αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ότι αυτά που βλέπουμε αποτελούν μια ερμηνεία για το τι συνέβη, και όχι την αναπαράσταση του τι αληθινά συνέβη. Παρ’ όλα αυτά, διατήρησα τα βασικά γεγονότα όπως συνέβησαν στην πραγματικότητα: ένα κορίτσι έρχεται για επίσκεψη στη φίλη της από τα χρόνια που ζούσαν στο ορφανοτροφείο. Η φίλη της ζει σε μοναστήρι και έχει γίνει μοναχή. Μερικές ημέρες μετά, το κορίτσι πεθαίνει δεμένο πάνω σε μια ξύλινη σανίδα, όπου την είχαν ακινητοποιήσει για να την κάνουν να ακούσει τις προσευχές που της διάβαζαν ο καλόγερος και οι μοναχές, ώστε να ξεφύγει απ’την επιρροή του σατανά...
Πόσο δύσκολο ήταν να απεικονίσετε δύο κόσμους σε παράλληλες τροχιές: τον κόσμο της θρησκείας και την κοσμική, καθημερινή πραγματικότητα;
Για όσο διάστημα δουλεύω, γράφω και σκηνοθετώ, το μόνο που με ενδιαφέρει είναι η πειστικότητα της κάθε σκηνής. Αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσε να είχε εκτυλιχθεί το συμβλαν που σας προανέφερα στην πραγματικότητα – δεν κάνω εννοιολογικές προσθήκες στην σκηνή, δεν εκβιάζω κάποιο νόημα. Το μόνο που κάνω είναι να προσπαθώ να αναδημιουργήσω μαζί με τους ηθοποιούς μια καθημερινή στιγμή, μια καθημερινή συζήτηση και, εφόσον καταφέρω να το πετύχω
αυτό, τότε και ολόκληρη η ταινία σαν σύνολο θα έχει αποκτήσει σημασία – οι καταστάσεις
θ’αρχίσουν από μόνες τους να έχουν νόημα ωρίς να χρειάζεται να τους δώσουμε κάποιο
εμείς. Περίπου το ίδιο που συμβαίνει και στη ζωή, όπου τα πράγματα απλώς συμβαίνουν – και μόνο έπειτα τους δίνουμε εμείς το νόημά τους.
(Πηγή 53rd TIFF πρώτο πλάνο #267 [2012])
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου