Peste două secole de
îmbutiliere industrială pentru
Regina apelor minerale
Numeroase documente monografice și istorice,
publicate de-a lungul secolelor, consemnează faima de care s-au bucurat, încă
din vechime, izvoarele de la Borsec.
Cunoașterea acestor izvoare datează încă după
vremea romanilor, care le-au descoperit după cucerirea Daciei. Cu prilejul unor
săpături arheologice efectuate în trecăatoarea Tulgheș în anul 1857, au fost
găsite monede datând din anii 337-361 cu chipul lui Constantinus. De asemenea,
în anul 1872, odată cu construirea drumului Toplița – Borsec, au fost
descoperite monede și sarcofage romane.
Există atestări documentare potrivit cărora
apa minerală de la Borsec era transportată cu căruțeleși în secolul al XVI-lea,
în butoaie de stejar, la curtea domnească de la Alba Iulia, pentru a fi
utilizate ca și tratament de către Sigismund Bathory. Exemplul principelui Bathory a fost uemat în aceeași
perioadă și de alți suverani și căpetenii politice din Vest.
În secolul al XVIII-lea Borsecul devine
renumit ca stațiune climaterică datorită proprietăților curative ale apelor
sale minerale. Însemnări din 1767 descriu ca fiind “ locul unde bolnavii
disperați din țară și din străinătate se adună pe timpul verii “. În acea
perioadă s-au construit în Borsec căsuțe, cabane și câteva băi publice.
În a doua jumătate a secolului al XVIII-lea,
Borsec era deja o cunoscută stațiune balneară, dotată cu cabane din lemn
construite în stil venețian și băi practicabile.
Istoria industrială a brandului începe în anul
1803, când vienezul Valentin Gunther bea din apa Borsecului și se vindecă de o
boală considerată la acea vreme incurabilă. El decide să ia în arendă Borsecul
de la localnici și să comercializeze apa minerală, fiind ajutat de Anton
Zimmethausen, rudă apropiată și consilier municipal la Viena.
Un an mai târziu, consilierul însoțit de un
inginer minier pe nume Eisner, un experimentat fabricant de sticlă, soseau la Borsec pentru a studia posibilitatea de
a închiria locul.
În 1805, Zimmethausen își muta reșidența la
Borsec și începea o amplă companie de construire de drumuri, clădiri și a unei
fabrici de sticlă. O dată cu el, din Austria, Boemia, Bavaria și Polonia sosesc
în Borsec o mulțime de experți în fabrica sticlei. Numele acestora s-au păstrat până astăzi prin urmași lor: Schiller,
Wild, Talmayer, Birman, Kamenitzki sau Eigel.
Astfel, în 1806, Zimmethausen și Eisner
încep îmbutelierea industrială a apei Borsec.
În 1873, Împăratul Franz Josef îi acordă apei
minerale naturale Borsec Medalia de Aur și o încoronează cu
titlul de ’’ Regină a Apelor Minerale
’’, titlul pe care îl poartă cu mândrie și astăzi.
Recunoașterea calității apelor minerale
naturale Borsec a fost o constantă de-a lungul istoriei brandului. Astfel, în
februarie 2004, Borsec este desemnată drept
’’ Cea Mai Bună Apă Minerală din Lume ’’ la competiția Berkely Springs International
Water Tasting Awards, SUA.
În 2005, Borsec
primește Grand Gold Medal la
concursul internațional de selecție a calități Monde Selection, Bruxelles.
Între 2006 și 2011 Borsec câștigă de șase ori
consecutiv titlul Trusted Brand, fiind cea mai de încredere apă minerală
naturală.
În 2010, Romaqua Group primește calitatea de
Furnizor al Casei Regale a României
pentru apele minerale Borsec.
Potrivit studiilor realizate în 2010 și 2011 de Unlock Market Research și
revista Biz, Borsec este CEL MAI
PUTERNIC BRAND ROMÂNESC.
Πάνω από δύο
αιώνες βιομηχανικής
εμφιάλωσης για
την Βασίλισσα
των μεταλλικών
νερών
Πολυάριθμα ντοκουμέντα
μονογραφικά και ιστορικά, δημοσιευμένα στο πέρασμα των αιώνων, μαρτυρούν ότι
από την αρχαιότητα ακόμη οι πηγές Borsec χαίρουν
μεγάλης φήμης. Οι πηγές αυτές είναι
γνωστές από τότε, από τον καιρό των ρωμαίων, οι οποίοι τις ανακάλυψαν μετά την
κατάκτηση της Δακίας. Κατά τη διάρκεια κάποιων αρχαιολογικών ανασκαφών το 1857
στο φαράγγι Tulghes, βρέθηκαν νομίσματα των ετών 337 – 361 με πρόσωπο του Constantinus. Επίσης, το 1872 με την κατασκευή
του δρόμου Toplitsa – Borsec, ανακαλύφθηκαν ρωμαϊκά
νομίσματα και σαρκοφάγα. Υπάρχουν επίσημα έγγραφα σύμφωνα με τα οποία το
μεταλλικό νερό από το Borsec μεταφερόταν με κάρα και το 16ο αιώνα, σε βαρέλια από βελανιδιά,
στην ηγεμονική αυλή της Alba Iulia, για να χρησιμοποιηθεί
και σαν θεραπεία από τον Sigsimund Bathory. Το παράδειγμα του ηγεμόνα Bathory, ακολούθησαν την ίδια
περίοδο και άλλοι άρχοντες και πολιτικοί αρχηγοί από την Δύση. Το 18ο
αιώνα το Borsec γίνεται διάσημο σαν κλιματικό θέρετρο χάρη στις ιαματικές ιδιότητες των
μεταλλικών νερών του. Σημειώματα από το 1767 περιγράφουν το Borsec σαν την
τοποθεσία όπου οι απελπισμένοι ασθενείς από την χώρα και το εξωτερικό
μαζεύονται το καλοκαίρι. Εκείνη την περίοδο κτίστηκαν στο Borsec, σπιτάκια, μπανγκαλόου
και δημόσια λουτρά. Το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, το Borsec ήταν ήδη γνωστό σαν θέρετρο ιαματικών λουτρών, εφοδιασμένο με ξύλινα
καταφύγια χτισμένα σε βενετσιάνικο στυλ και λουτρά.
Η βιομηχανική ιστορία του
προϊόντος ξεκινάει το 1803 όταν ο βιεννέζος Valentin Gunther πίνει από το νερό του Borsec και θεραπεύεται από μια ασθένεια που εκείνη την εποχή θεωρείται
αθεράπευτη. Έτσι αποφασίζει να μισθώσει το Borsec από τους ντόπιους και να εμποροποιήσει το μεταλλικό νερό, βοηθούμενος από
τον Anton Zimmethausen, κοντινό συγγενή και δημοτικό σύμβουλο της Βιέννης. Ένα χρόνο αργότερα ο
σύμβουλος Zimmethausen ακολουθούμενος από κάποιον μηχανικό ορυχείων
ονόματι Eisner και έναν ειδικό στην υαλουργία έφταναν στο Borsec για να μελετήσουν την δυνατότητα ενοικίασης του τόπου. Το 1805, ο Zimmethausen μεταφέρει την έδρα του στο Borsec και ξεκινάει μια
προσπάθεια για την κατασκευή δρόμων, κτηρίων και ενός εργοστασίου παρασκευής
γυαλιού. Παράλληλα, φτάνουν στο Borsec πολλοί ειδικοί στην
παρασκευή γυαλιού από την Αυστρία, Βοημία, Βαυαρία και την Πολωνία. Τα ονόματα
εκείνων διατηρήθηκαν ως σήμερα μέσω των απογόνων τους: Schiller, Wild, Talmayer, Birman, Kamenitzki ή Eigel.
Με αυτόν τον τρόπο, το 1806, ο Zimmethausen και ο Eiser ξεκινούν τη βιομηχανική εμφιάλωση του μεταλλικού νερού Borsec.
Το 1873, ο Βασιλιάς Franz Josef απονέμει στο μεταλλικό νερό Borsec Το Χρυσό Μετάλλιο και το στέφει με το τίτλο της ‘’ Βασίλισσας των
Μεταλλικών Νερών ‘’, τίτλο τον οποίο διατηρεί με περηφάνια ως σήμερα.
Η αναγνώριση της
ποιότητας του μεταλλικού νερού Borsec παγιώθηκε μέσω της
ιστορίας του προϊόντος. Έτσι το Φεβρουάριο του 2004, το Borsec δίκαια αναδείχτηκε ‘’ Το Καλύτερο
Μεταλλικό Νερό Στον Κόσμο ‘’ στο διαγωνισμό του Berkely Springs International Water Tasting Awards, SUA.
Το 2005, το Borsec δέχεται το Grand Gold Metal στο διεθνή διαγωνισμό επιλογής της ποιότητας Monde Selection, Bruxelles.
Μεταξύ 2006 και 2011 το Borsec κερδίζει έξι
συνεχόμενες φορές τον τίτλο Trusted brand, αποδεικνύοντας ότι είναι το πιο έμπιστο μεταλλικό νερό.
Το 2010, η Romanqua Grup δέχεται τον τίτλο ποιότητας ‘’ Προμηθευτής του Βασιλικού Οίκου ‘’ για
το μεταλλικό νερό Borsec. Σύμφωνα με τις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν το
2010 και το 2011 από την Unlock Market Research και το περιοδικό Biz, το Borsec είναι ΤΟ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΟ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟ ΠΡΟΙΟΝ.
Ζάχου Ιωάννα
Φλορεντίνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου